Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Το μήνυμα

Καλοκαίρι σε κάποια καυτή αμμουδιά ενός ελληνικού νησιού. Μια όμορφη ξεκούραστη μέρα για όλους με μπάνια και καλή παρέα. Η ώρα είχε περάσει και η φωτιά κόντευε να σβήσει ο ήλιος θα ανέτειλε σε λίγο. Όλοι ετοιμαζόντας να φύγουν, ένα ζευγάρι αποφάσισε να κάτσει και να δει την ανατολή της νέας μέρας. Λίγα εκατοστά από εκεί που έκατσαν, πριν ο ήλιος φανεί, κάτι φάνηκε να εξέχει από την άμμο. Ένας από τους δυο πήγε και το μάζεψε. Ήταν ένα γυάλινο μπουκάλι με ένα μήνυμα μέσα σου. Άνοιξαν το καπάκι και ξεδίπλωσαν το χαρτί...



"Αγαπητέ άνθρωπε,

αγαπητέ ξένε που διαβάζεις τώρα αυτό το μήνυμα, θέλω να σε ευχαριστήσω και ας μην σε ξέρω για την λύτρωση που μου φέρνεις μέσα από αυτό το χαρτί. Απόψε θα είσαι εσύ ο έμπιστος φίλος μου. Αυτό που κρατάς στα χέρια σου είναι οι σκέψεις μου μια Αυγουστιάτικη νύχτα που η καρδιά μου παραλίγο να εκραγεί. Είμαι διακοπές σε ένα νησί μετά από καιρό και ξεκουράζομαι με φίλους, τριγυρνάμε, γνωρίζουμε κόσμο και περνάμε καλά. Μια μέρα εμφανίζεται μια κοπέλα. Μια ομορφία που εντυπώθηκε μέσα μου για πάντα θαρρώ. Την βλέπω παντού, όπου και αν πάμε. Τυχαίο δεν ξέρω. Σαν κάποιο κρυφό μήνυμα να μου στέλνει το σύμπαν. Σε ένα εστιατόριο που τρώγαμε εμείς εμφανίστηκε και αυτη με την συνοδεία της. Έριχνα κλεφτές ματιές και δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από τα λακάκια που έκαναν τα μάγουλα της όταν χαμογελούσε και την τρομερή γαλήνη που είχαν τα μάτια της. 'Ελαμπε. Δεν είχα πια όρεξη για τροφή. Αυτή ήταν το νέκταρ και η αμβροσία. Έπρεπε να γευτώ την γλυκιά γεύση αυτών των χειλιών. Να γλύψω, να δαγκώσω και να καταπιώ αυτή την γλυκιά σάρκα.

Λίγες μέρες μετά γνωριστήκαμε σε κάποια κοινή παρέα. Την μέρα της Πανσελήνου 19 Ιουλίου. Θέε μου πόσο τυχαιρός νιώθω γι' αυτό το δώρο. Περάσαμε τα επόμενα δύο βράδια μιλώντας με ένταση και πάθος. Είχαμε κοινά, αλλά αυτό δεν ήταν το νόημα. Οι συζητήσεις ήταν τόσο μαγικές. Φλέρτ σαν φωτιά έπεφτε από τον ξάστερο ουρανό σε κάθε μας λέξη σε κάθε μας ματιά. Ήξερε πολλά πράγματα, διάβαζε ότι βιβλίο έπεφτε στα χέρια της. ήταν απλά καταπληκτική. Απορώ πως και δεν συναντήθηκαν ποτέ οι δρόμοι μας νωρίτερα. Κατάφερε να κάνει το μυαλό μου 1000 στροφές. Με τρέλαινε. Αυτή  ήταν η μία και μοναδική είμαι σίγουρος πια.

Χτες το βράδυ μετά από ένα νυχτερινό μπάνιο καθώς καθόμασταν σε στην αμμουδιά μόνοι της μίλησα για αυτά που έκαιγαν την καρδιά μου. Άνοιξα την πύλη των συναισθημάτων μου και την προσκάλεσα. Με κοίταξε με συμπάθεια και φάνηκε να κοκκινίζει. Σίγουρα τις είχαν πει πολλοί τέτοια λόγια αλλά ποτέ κανείς με τέτοιο πάθος με τέτοια ζέστη. Αν και γεμάτος ανασφάλεια και αμφιβολία όποια αντίδραση και να είδα νομίζω είναι θετική. Χωριστήκαμε με ένα απλό φιλί και μια αγκαλιά, γιατί με σταμάτησε και είπε να μην βιάζομαι. Αλλά φίλε δεν αντέχω, θέλω απλά να χαιδέψω τα καστανόξανθα μαλλιά της, να περιδιαβώ με τα δάχτυλα μου τους ώμους και τα μακρυά χέρια της. Να αγγίξω απαλά με τα χέρια μου την μέση της και να χορέψω μαζί της. Ναι να χορέψω, εγώ που ποτέ δεν ήθελα που ποτέ δεν μου άρεσε ο χορός τώρα θέλω να βρω κάθε τρόπο να εκφραστώ. Γι' αυτό τον λόγο τώρα γράφω αυτό το γράμμα το οποίο θα πετάξω στην θάλασσα με τελετουργικό τρόπο. Έχω τόσα πολλά συναισθήματα μέσα μου, μα τόσα πολλά.

Ετοιμάζομαι να την συναντήσω τώρα. Μου είπε πως θέλει να μιλήσουμε. Ακούστηκε σοβαρή μέσα μου παλεύουν η αμφιβολία και ο πόθος. Θα κάνω τα πάντα για να καταφέρω να κερδίσω μια θέση στην καρδιά της. Τα πάντα. Δεν έχω νιώσει ποτέ πριν τόσο δυνατή παρόρμιση. Το ένστικτο μου σαν πυξίδα χωρίς προσανατολισμό. Θα τα ρισκάρω όλα.

Αντίο και καλή τύχη!

Β. Κ"

Το γράμμα φαινόταν παλιό. Στην πραγματικότητα σχεδόν όλο ήταν γραμμένο στην καθαρεύουσα. Κιτρινισμένη η σελίδα. Λίγο παράξενο για να είναι ψεύτικο. Το ζευγάρι γεμάτο απορία ήθελε κατά κάποιο τρόπο να μάθει το τι έγινε μετά σε αυτή την ιστορία. Το μυστηριώδες γράμμα τους είχε ανοίξει την όρεξη για έρευνα. Το πρώτα πράγμα που σκέφτηκαν ήταν να δουν ποια χρονιά ήταν η πανσέληνος που συναντήθηκαν οι δύο νέοι του γράμματος. Όμως έμελε η αναζήτηση τους να τελειώσει όσο ξαφνικά άρχισε... η Πανσέληνος εκείνη ήταν δυστυχώς το 1940...


Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Εσωτερικά Ταξίδια - Μέρος 1ο



Αδειανό δωμάτιο. Τέσσερις τοίχοι κάποτε βαμμένοι λευκοί που τώρα έχουν μαυρίσει λίγο θαρρείς και κάποια φωτιά ζέσταινε αυτό το μέρος λίγο καιρό πριν. Πουθενά όμως εστία. Ούτε παράθυρα. Τουλάχιστον όχι αληθινά. Υπάρχει ένα παράθυρο αλλά είναι ζωγραφιστώ με νερομπογιές και παστελ. Αποχρώσεις παιδικής ηλικίας που ξεθώριασαν με τα χρόνια. Πόρτα μονάχα μια. Πίσω σου...




Βουνό.  Το έδαφος μοιάζει με τσιμέντο σμιλεμένο και βαμμένο ώστε να έχει την όψη του βράχου. Νιώθω το ψέμμα στον άερα. Σύννεφα κινούντε μα στην μύτη μου ο αέρας παραμένει σταματημένος και αποπνηκτικός. Απεραντοσύνη τριγύρω μα η αίσθηση είναι ίδια με το δωμάτιο πριν. Στα βόρεια κάτω στους πρόποδες χάρτινα δέντρα βαμμένα και αυτά σαν έλατα. Πικνά και αναδύουν την ξερή μυρωδιά που βρίσκει κανείς όταν γεύεται το καινούριο του βιβλίο την πρώτη μέρα.




Ανατολή. Έρημος σε ένα μέρος όπου ο ορίζοντας και ο ουρανός δεν είναι μπλε αλλά έχει αποχρώσεις ροζ. Διάσπαρτα δέντρα. Ένα ανα ορίζοντα ανα κατεύθυνση. Δηλαδή εδώ που στέκομαι βλέπω άλλα τέσσερα σε κάθε κατεύθυνση αλλά δεν δείχνει η πυξίδα μου τίποτα. Παράξενα τα δέντρα με κορμό ελιάς αλλά κλαδιά ίσια ανεπτυγμένα στον ουρανό. Τα φύλλα τους κοντά και κιτρινοπά σχεδόν φωσφοριζέ. Περπάτησα σε αρκετούς ορίζοντες και πιστεύω ότι δεν υπάρχει πραγματικό μονοπάτι σε αυτό το τακτοποιημένο καρτεσιανό σύστημα. Η έρημος θα κερδίζει πάντα τον τίτλο της απειρότητας.




Νότος. Σίδερα παντού. Παλιά αυτοκίνητα και πάπιες. Σιωπηλές και απόμακρες, ίπτανται πέντα εκατοστά πάνω από το έδαφος. Ακίνητες δίχως μάτια. Δεν δίνουν σημασία σε τίποτα. Δεν πετούν δεν τρώνε. Μετακινούντε αργά μαρμαρωμένες χωρίς να χτυπάνε στα κουφάρια παλιών πλοίων και αεροπλάνων σε αυτό τον δαιδαλωδη λαβύρινθο με το τούβλινο πάτωμα. Τούβλα τοποθετημένα, φυτεμένα με τις τρύπες σε ένα έδαφος που δεν φαίνεται πια.  Σημαίες πόνου τοποθετημένες στις γονίες του λαβυρίνθου. Η εικόνα στο πανί άηχη κραυγή. Άλλες με δάκρυα άλλες με χέρια για καλύτερη ένταση. Τίποτα δεν ακούγεται εδώ. Δεν υπάρχουν μυρωδιές επίσης. Τελευταία στροφή προς τα δεξιά και ίσια μπροστά η έξοδος.




Μπλε. Δύση μέσα σε μια ανάποδη θάλασσα. Όπου η βαρύτητα ανεβοκατεβάζει το νερό μέχρι το κεφάλι μας από πάνω προς τα κάτω χωρίς να στάζει. Χώμα υγρό και καφέ σαν του γόνιμου δάσους. Σπηλιές διάσπαρτες μέσα στο νερό πάνω μας αυτόνομες και δύσκολο να σκαρφαλώσει κανείς. Ψάρια πουθενά, φύκια πουθενά. Απέραντος υγρός ουρανός σε μια γη που δεν ποτίστηκε ακόμα αρκετά και δεν φύτρωσε ζωή από τα υλικά της. Σύντομα υποθέτω. Περπατάμε αμίλητοι προς τον επόμενο ορίζοντα και όταν τον πλησιάζουμε γίνεται πιο φωτεινός και όλα αρχίζουν να χάνονται μέσα στο ενοχλητικό αστραυτερό λευκό της πύρινης σφαίρας. Φτάνουμε στην τρύπα που φωτίζει τα πάντα και πηδάμε μέσα δίχως δεύτερη σκέψη.




Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Runaway Girl

Ήταν  μια ζεστή νύχτα του Απρίλη όταν έφυγες από το σπίτι χωρίς να πεις τίποτα σε κανένα. Κατέβηκες αργά τα σκαλιά χωρίς δισταγμό στα μάτια σου, χωρίς ενοχή...

Έβγαλες τα κλειδιά και ξεκλείδωσες το μπλε αμαξάκι σου που πάντα κρατάς τακτοποιημένο και καθαρό. Μια αντίθεση στην ζωή σου ή ίσως ένα καταφύγιο από την εξαντλητικά γρήγορη καθημερινότητα που ζεις.

Έκατσες στην θέση του οδηγού και αφού έσιαξες τον καθρέφτη και καθρέφτισες το βλέμμα σου για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να καταλαβαίνεις αν είσαι εσύ αυτή η μορφή που βλέπεις, έβαλες βιαστικά μπρος και κίνησες να φύγεις από αυτό το αποπνικτικό μέρος.

Αν και δεν το συνήθιζες, επειδή οι δρόμοι σε τρόμαζαν, τώρα έτρεχες σαν τον άνεμο. Έτρεχες να φύγεις μακρυά από όλα αυτά που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις και να αντέξεις. Ήθελες μια ανάσα χώρο γιατί ακόμα χρόνο και νιάτα είχες στα χέρια σου.

Στις πρώτες δεκάδες χιλιόμετρα το μυαλό σου άδειαζε σιγά σιγά. Το βλέμμα καρφωμένο στην άσφαλτο μπροστά και ο ήλιος έδυε πίσω από τα βουνά στο βάθος. Κάθε σκέψη που ερχόταν την έσκιζες κομμάτια. Κάποια δάκρυα τόλμησαν να κυλήσουν και τα ξόρκισες. Τα εξόρισες και πείσμωσες με την ανεκτικότητα σου.

Κι άλλα χιλιόμετρα άφησες πίσω και τώρα ήρθε το πρώτο πνεύμα των χριστουγέννων για σένα. Το παρελθόν. Αυτό που ήθελες πάντα ήταν αγάπη, χαρά και ευτυχία. Απλά πράγματα. Μα οι θυσίες σου φάνταζαν να σε οδηγούν σε άλλο δρόμο. Δεν ένιωθες τον συντονισμό, το δέσιμο,  που ήθελες για να αγαπήσεις. Δεν μπορούσες να δεις την χαρά σου στην επιφανειακότητα των άλλων. Λαχταρούσες μια βουτιά στα βάθη της ψυχής. Της απέραντης και κατανυκτικής. Ένιωθες την ευτυχία να εξανεμίζεται σε κάθε σχέση, σε κάθε φιλί. Λάθος χείλι, λάθος αγκαλιά. Κι έτσι επέλεγες συχνά την μοναξιά. Όχι από φόβο, αλλά από ανάγκη. Περίμενες... υπομονετικά και ο πρίγκιπας δεν φάνηκε.

Τώρα πια έχει νυχτώσει για τα καλά μα ο δρόμος συνεχίζει ανάμεσα σε αυτά τα μελαγχολικά ψηλά φώτα με το κιτρινωπό άρρωστο και ξένο φως. Ανοίγεις το ράδιο και ακούς...

 

Αναρωτιέσαι τι να έγινε λάθος σε κάθε σχέση. Οικογένεια, φίλοι; Τους σκέφτεσαι όλους για ώρα. Έναν... έναν. Ο τελευταίος που σκέφτεσαι είναι ο εαυτός σου σαν να είναι κι αυτός ένας τρίτος ένας άλλος. Και οι σκέψεις αλλάζουν χρώμα.

Πλέον μπορείς να δεις καθαρά. Ότι κάνουμε συνήθως προέρχεται από ένα κώδικα χαραγμένο μέσα μας. Αυτό τον χαρακτήρα. Χτισμένο με επιμέλεια από γονείς και περιβάλλον από τότε που γεννηθήκαμε. Πνίγεσαι δεν θες να είσαι πια αυτό που είσαι. Θες να καταστρέψεις τα πάντα. Να φύγεις να τους ξεχάσεις όλους. Να κάνεις ένα "reset" στην ίδια την ζωή. Να μην δώσεις λογαριασμό, να μην ακούσεις κούφιες συμβουλές και ψεύτικη συμπάθια. Να καταστρέψεις, να κάψεις, να καταστρέψεις, να κάψεις... και πατάς το γκάζι ακόμα περισσότερο. Γίνεσαι σφαίρα, γίνεσαι νύχτα και θυμός, μια θεα εκδικητικής λύτρωσης. Παίρνεις φωτιά και όλα γίνονται στάχτη....

Το μαύρο γίνεται μπλε και οι σκιές αρχίζουν να λεπταίνουν. Έχεις σταματήσει κάπου στην εθνική για να κάνεις ένα τσιγάρο. Αλλά κλαις, λυγίζεις για να μην σπάσεις, αφήνεσαι... τα συναισθήματα σε κατακλύζουν. Έτρεξες, υψώθηκες και κάηκες από τον δικό σου Ήλιο. Έπεσες σαν άλλος Ίκαρος αναπόφευκτα στο πέλαγος των συναισθημάτων σου και σε κατάπιαν οι τρικυμίες σου.

Ξαναμπαίνεις αργά στο αμάξι και ξεκινάς. Είμαστε αυτό που είμαστε και αν ο κόσμος μας πιέζει δεν θα αλλάξουμε ποτέ να να χωρέσουμε σε αυτόν. Φτιάχνουμε τον δικό μας μέσα του. Επιβιώνουμε κάτω από την δική μας επιρροή. Αλλάζουμε τα χρώματα μας για εμάς και πάντα ο τελευταίος μας σύμμαχος είναι πίσω από τον καθρέφτη. Παίρνεις μερικές βαθιές ανάσες και μετά μια γαλήνη σε τυλίγει σαν ομίχλη. Βγαίνεις στην στεριά δειλά δειλά.

Αυτό που βλέπεις δεν είναι το μέρος που ήξερες. Δεν είναι βράχια και έρημος είναι δάσος και λίμνη. Είχες ξεχάσει να φυτέψεις μέσα σου τον σεβασμό και έχτισες τείχη που σε απόκοψαν από αυτό που πρέπει να κάνεις. Παραδίνεσαι. Δεν θα παλέψεις πια λες. Και η ηρεμία σου ζεσταίνεται και η χαρά σκάει τον σπόρο της και με την δύναμη χιλιάδων αστεριών σε σηκώνει στα πόδια σου.

Σταματάς στο αμάξι στην άκρη του δρόμου. Μια απέραντη παραλία βρίσκεται στα πόδια σου. Αγγίζεις με τα δάχτυλα των ποδιών σου το νερό. Είναι κρύο μα νιώθεις ζωντανή. Σκέφτεσαι ότι δεν μπορούσες να βρεις την αγάπη τόσο καιρό και ο λόγος ήταν απλός. Πολεμούσες τον εαυτό σου σε κάθε απόφαση. Τα πρέπει και θέλω σε δίχαζαν και σε κρεμούσαν σε κόψεις γκρεμών και κυλιόσουν και έσφυγγες τα δόντια για λάθος πράγματα.

Μια νέα μέρα ξημερώνει, οι σκιές φεύγουν και εσύ ξυπνάς...
Νέοι ορίζοντες, μια νέα αρχή ή ίσως η πρώτη μέρα της πραγματικής ζωής σου...


Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

The Truth Serum

What if the Truth was like a tiny speck of sand? A speck that has been washed and weighted, polished, smoothened and curbed into one shiny point, the Universal Truth. What if we could take this grain of sand and collect it into a book? We would treasure the book like our own life. We would lock it with the purpose of our mind. And when we carved the thruth we would open it up and let the grains wash over us. We would soak ourselves in its depth and bask in its radiance. But the book is flawed. We can take more truth from it than we have earned. And soon we would be turning empty pages. Thus the search begins. The search for the truth; the truth we carve; the truth that has the only meaningful value in an otherwise meaningless world. The search continues, it goes on and on. In this search for the ultimate truth everything is allowed. We learn to lie and cheat in hope of progress. We see no success, no breakthrough of any kind. We 're flooded by substitute truth, made up truth, whose only purpose is to sooth us and lull us. Absolute truth loses its meaning. There is no absolute truth, only greater and lesser truth. We 've lost our standards, we 've lost our talent to distinguish what's real from what is deception. We no longer know the difference between the right truth and the wrong truth. All we care for is truth in any form and any guise; corrupted, filthy truth, we want it all, need it all. So this truth can make us free, like any other truth. Maybe this substitute thuth suffice?Maybe....

But then we become enslaved to this freedom, then it is freedom no longer. It is the worst kind of prison. A prison with no walls and no chains. We cannot break free for we cannot see what bind us. We talk of freedom like it was something to hope for. I hope real freedom never finds us, because we wouldn't know what to do with it. Yet we continue the search, for the searching has become a way of life for us. We know no other. It is what we've become. Let us only hope the search never ends, that the Absolute Truth stays hidden forever. For if the search ends, we end.Then we become nothing more than dust, specks of sand on the shore of universal lie. And maybe, just maybe this has already happened.


From Eve Online Chronicles - http://www.eveonline.com/background/potw/default.asp?cid=apr04

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Of Love and Death...

Ένα απόσπασμα από τα ρομαντικά μου διηγήματα.

Ανεκπλήρωτος Έρωτας

Βρισκόμαστε μόνοι μας σε αυτό το κρύο υπόγειο πάνω στο κρεβάτι του έρωτας μας για να ζήσουμε όσο προλαβαίνουμε την αγάπη μας. Ξέρω καλά πως ποτέ δεν θα μπορέσω να ζήσω την ζωή που μαζί ονειρευτήκαμε.Βλέπεις στη μοντέρνα εποχή μας οι οικογένειες αναζητούν τίτλους χωρίς νόημα και κοινωνική ανέλιξη σε μια υποκριτική και καθώς πρέπει χώρα. Αχ, γλυκιά μου γιατί να μην μπορούμε να φύγουμε μονάχοι μας από αυτόν τον θλιβερό τόπο; Μακάρι να βγάζαμε κι εμείς φτερά σαν τους γλάρους, σαν τα πουλιά και να πετάξουμε ελεύθεροι προς τα εκεί που η καρδιά μας ποθεί.
Σ’ αγαπώ και ξέρω πως κι εσύ μ’ αγαπάς. Παίρνω λοιπόν το θλιβερό καθήκον και την βαριά αυτή υποχρέωση να φύγω μακριά σου για να αναζητήσω τη μοίρα μου. Ελπίζω πως μια μέρα θα γυρίσω και θα μπορώ να σε έχω. Αν δεν γυρίσω απλά κάνε με μια όμορφη ζωγραφιά και κράτα με στο νου σου. Μια ανάμνηση που με τον καιρό γίνεται ένα όνειρο που δεν ξέρει κανείς αν αλήθεια ή ψέμα είναι. ....

Αντίο γλυκιά μου Ανζέλικα. Η καρδιά μου πάντα θα κατοικεί στο κορμί σου. Ακόμα ώρες ώρες όταν σε σκέφτομαι ριγώ σαν την πρώτη φορά που άγγιξα τρυφερά το κορμί σου και εσύ με γέμισες με φιλιά. Ποτέ δεν θα είμαι σπίτι. Σπίτι μου θα είναι η αγκαλιά σου.....

.. ..

Για πάντα δικός σου,....

Βίκτορ....

Νίκος Βασιλειάδης - 2008



Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος...


Μάταιη και μικρή φαντάζει η ζωή μας κάποιες φορές. Τέτοιες φορές μπορεί να δει κανείς καθαρά την αξία της αγάπης στη ζωή. Νόμιζα πως εγώ θα ήμουν αυτή που θα έφευγε πρώτη. Η μοίρα μου παίζει άσχημα παιχνίδια. Ποτέ πιο πριν δεν είχα συνειδητοποιήσει πιο έντονα τα πόσο πολύ σ’ αγαπώ. Επέζησα από μια ασθένεια που ελάχιστοι άνθρωποι θεραπεύονται. Όταν έμαθα πως είμαι άρρωστη έφυγα από κοντά σου θέλοντας να σε προστατέψω αλλά και γιατί ένιωθα τύψεις για την καλοσύνη σου που τόσο απερίσκεπτα πρόδωσα.

Δεν περίμενα ποτέ να με συγχωρέσεις. Κι όμως εσύ ήρθες με βρήκες έκατσες δίπλα μου τόσα βράδια να μου κρατάς το χέρι και να μου δίνεις κουράγιο. Με φρόντισες κι ας ήμουν δύστροπη. Μου φέρθηκες τόσο όμορφα και γλυκά. Ποτέ κανείς δεν μου έχει φερθεί έτσι. Κανείς. Έχω περάσει δύσκολες καταστάσεις και όλα τα ήξερες από την αρχή. Αντί να φύγεις έμεινες. Δεν είχα καταλάβει τότε το τι κουράγιο χρειάζεται κάποιος για να νοιαστεί τόσο πολύ τον άλλο και να δεχτεί να γίνει αυτός που θα βοηθήσει τα λάθη να σβήσουν. Πόσο ανόητη ήμουν. Πόσο; ....

Τώρα εσύ έχεις φύγει και νιώθω πιο μόνη από ποτέ. Παράξενο, τότε αδιαφορούσα πολλές φορές για μας μα τώρα χρειάζομαι πιο πολύ από ποτέ να γυρίσω σπίτι και να είσαι εκεί και να με περιμένεις. Τώρα μου λείπουν πιο πολύ τα χάδια σου και τα γλυκά πολύ γλυκά σου φιλάκια. Αχ, αγάπη μου μακάρι να γύριζα το χρόνο πίσω για να δω ότι αυτό που μια ζωή αναζητούσα το είχα αλλά δεν το ήξερα. Συγχώρησε με. Αγάπη μου συγχώρησε με… ....



Νίκος Βασιλειάδης - 2008